προδανείζω


προδανείζω
προ-δανείζω, vorher leihen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • προδανείζω — Α 1. δανείζω προηγουμένως ή δανείζω πρώτος 2. χορηγώ χρήματα για δημόσιες ανάγκες ή προκαταβάλλω χρήματα για το δημόσιο 3. δανείζω χρήματα χωρίς τόκο και με επιστροφή …   Dictionary of Greek

  • προδανείσαντας — προδανείζω lend before aor part act masc acc pl προδανεΐσαντας , προδανείζω lend before aor part act masc acc pl προδανείζω lend before aor part act masc acc pl προδανεΐσαντας , προδανείζω lend before aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδανεισθείς — προδανείζω lend before aor part pass masc nom/voc sg προδανείζω lend before aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδεδανεισμένον — προδανείζω lend before perf part mp masc acc sg προδανείζω lend before perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδεδανεισμένος — προδανείζω lend before perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδεδάνεισται — προδανείζω lend before perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδεδάνειστο — προδανείζω lend before plup ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδανεισθείσας — προδανεισθείσᾱς , προδανείζω lend before aor part pass fem acc pl προδανεισθείσᾱς , προδανείζω lend before aor part pass fem gen sg (doric aeolic) προδανεισθείσᾱς , προδανείζω lend before aor part pass fem acc pl προδανεισθείσᾱς , προδανείζω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδανείσας — προδανείσᾱς , προδανείζω lend before aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) προδανεΐσᾱς , προδανείζω lend before aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) προδανείσᾱς , προδανείζω lend before aor part act masc nom/voc sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδανείσασι — προδανείσᾱσι , προδανείζω lend before aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) προδανεΐσᾱσι , προδανείζω lend before aor part act masc/neut dat pl (attic epic ionic) προδανείσᾱσι , προδανείζω lend before aor part act masc/neut dat pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδανεισμός — ὁ, Α [προδανείζω] η εκ τών προτέρων καταβολή χρημάτων προκειμένου να καλυφθούν δημόσιες ανάγκες …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.